Ηώ Αγγελή

Αγγελή Ηώ
© Martin Photo Studio

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1981-1986). Συνέχισε τις σπουδές της στο Λονδίνο με υποτροφίες της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (1988-1989) και του Ι.Κ.Υ. (1989-1991): στο Royal College of Art (Master of Fine Arts, 1988-1990) και στο Central Saint Martins College of Art and Design (Σκηνογραφία, 1990-1991). Έργα της ανήκουν σε σημαντικές ιδιωτικές συλλογές. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

'Εργα

Για την τέχνη και για την τέχνη της: Ηώ Αγγελή

Η ζωγράφος Ηώ Αγγελή μιλά για τη σχέση της με την τέχνη και ειδικότερα για το ενδιαφέρον της σχετικά με την τέχνη που επικεντρώνεται στα ανθρώπινα ζητήματα. Επισημαίνει, επίσης, την κεφαλαιώδη σημασία του τρόπου με τον οποίο ένα θέμα αποδίδεται από τον κάθε καλλιτέχνη. Αναφερόμενη σε διάφορες εκδοχές χώρων που διερευνά η ζωγραφική της, θίγει τα ζητήματα της ρευστότητας του χώρου, καθώς και το θέμα των ορίων και των διαφορετικών εκφάνσεών τους. Τέλος, σχολιάζει το έργο της Από εδώ και πέρα που βρίσκεται στη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου και τις επιρροές του από τις σημερινές μετακινήσεις των πληθυσμών, καθώς και από τα όρια στην κινητικότητά τους.

Ατομικές εκθέσεις

2019

Is It a Trap? Γκαλερί Ζουμπουλάκη Αθήνα

2015

Περί Ορίων Γκαλερί Ζουμπουλάκη Αθήνα

2015

Σχέδια Γκαλερί Αντί Αντίπαρος

2012

Σχέδια Αίθουσα Σύγχρονης Τέχνης Alma Αθήνα

2011

Dreams Δημοτική Πινακοθήκη Κορίνθου Κόρινθος

2010

Η χώρα του σώματος C.K. Art Gallery (Alpha C.K. Art Gallery) Λευκωσία

2009

Τετελεσμένος Μέλλων Αίθουσα Τέχνης Αθηνών Αθήνα

2007

Γυναίκα σε κάδρο C.K. Art Gallery (Alpha C.K. Art Gallery) Λευκωσία

2006

Σπίτι παντού Αίθουσα Τέχνης Αθηνών Αθήνα

2003

Κοινός Τόπος Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου Θεσσαλονίκη

2003

Ιδιωτικός Χώρος Αίθουσα Τέχνης Αθηνών Αθήνα

2000

Πέρα από τις πόλεις Αίθουσα Τέχνης Αθηνών Αθήνα

1999

Το άλλο σπίτι Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου Θεσσαλονίκη

1998

Τα μέσα δωμάτια Γκαλερί Κρεωνίδης Αθήνα

1995

Πόλεις και Παρατηρητήρια Γκαλερί Κρεωνίδης Αθήνα

1993

Γκαλερί Σκορπιός – Β. Μπαταγιάννη Τρίκαλα

1992

Τοπία επάλληλα Γκαλερί Κρεωνίδης Αθήνα

1988

Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα Αθήνα

1988

Γκαλερί Μιράντα Ύδρα

Κείμενο

Στην άκρη της πόλης – Στην άκρη της φύσης

Οι γυναίκες της Ηώς Αγγελή

Η Ηώ Αγγελή ζωγραφίζει τις γυναίκες της σχεδόν όπως ένα µικρό κορίτσι στολίζει τις κούκλες του. Τις ντύνει, τις τοποθετεί, τις καµαρώνει σαν µια µικρή µητέρα, και τις έχει πάντα έννοια, έστω κι από µακριά, όταν της φεύγουν για να πάνε στα νέα τους σπίτια.

Τα ρούχα τους, ζωγραφισµένα µε πινελιές ρευστές ή σβησµένες, κι από την ίδια στόφα µε τους αγρούς ολόγυρά τους, κάποιες φορές δείχνουν ολοφάνερα την άρρηκτη σχέση των γυναικών αυτών µε ένα ζωγραφικό φόντο-φύση που µέσα του σχεδόν χάνονται ή µέσα από το οποίο µόλις αναδύονται. Συχνότερα, όµως, οι γυναίκες εµφανίζονται σαν ένθετες στο φόντο αυτό, σχεδιασµένες µε πινελιές αδρές και µε σαφείς σιλουέτες, φέροντας απλώς τα σηµάδια της καταγωγής τους από ένα περιβάλλον το οποίο τούς είναι ήδη µακρινό.

Στην άκρη του αστικού αλλά και του φυσικού τοπίου, αυτές οι γυναίκες-κορίτσια µοιάζει να µας παρουσιάζουν στωικά τον απόηχο της ιστορίας τους, που διαδραµατίστηκε ερήµην τους. Άλλοτε κοιτούν κατάµατα τον κόσµο έξω από τον κόσµο τους, κι άλλοτε µοιάζει να µας αγνοούν, θεατές της ταινίας του πεπρωµένου τους, που γυρίστηκε από κάποιον άλλο.

Φιγούρες στιβαρές και συγχρόνως ντελικάτες, σαν µεγάλες κούκλες µπροστά σε ένα κουκλόσπιτο που δεν τις χωράει πια, καθισµένες ή όρθιες, µετωπικά ή ελαφρά πλάγια, αλλά σχεδόν πάντα στην κάτω δεξιά ή αριστερή άκρη της εικόνας, ζουν, φαινοµενικά, µέσα στη φύση, που –όσο τους επιτράπηκε– επέλεξαν.

Η πόλη όµως είναι εκεί, στα σύνορα, σε έναν καµπυλωτό ορίζοντα, σαν µια πολύχρωµη κορυφογραµµή που ορίζει πάντα την πάνω µεριά του πίνακα και έχει αφήσει καθαρά τα ίχνη της στα φλεγόµενα οδοφράγµατα µιας διαδήλωσης, σε ένα ξεχασµένο κάθισµα γραφείου, στα αποµεινάρια κάποιας παιδικής χαράς, στις πάνινες καρέκλες µιας αστικής ζωής, που πάνω τους οι γυναίκες αυτές κάθονται, περιµένοντας – τι; Καθεµιά τους, µε το δικό της γνώρισµα-αντικείµενο, είναι η πρωταγωνίστρια µιας ιστορίας που γρήγορα φανερώνει πως δεν πρόκειται για παραµύθι: µια κατσίκα-σκήπτρο ενός χορταρένιου βασίλειου, µια φραγκοσυκιά-βουβή φίλη, ένα ζευγάρι τραµπάλες-παιχνίδια που δεν παίχτηκαν στην ώρα τους, ένας καναπές-σωτήριο παρτέρι, µια πετονιά-νήµα της ζωής, ένα ροζ κουνέλι-πένθος για τη χαµένη τρυφερότητα.

Υπάρχει παντού σε όλα αυτά µια µεγάλη αγάπη της Ηώς Αγγελή για τα µικρά αινιγµατικά σύµβολα, που αποτελούν συγχρόνως δυνατά οπτικά σηµεία εισόδου στις εικόνες της –µαύρα πουλιά, αυτιά µίκυ µάους, γυάλες µε χρυσόψαρα, κόκκινα µαλλιά– αλλά και για τους τίτλους των έργων της, καθώς και για τις ίδιες τις λέξεις.

Αν εδώ ο κίνδυνος έρχεται ντυµένος την ίδια αγάπη που µας προκαλεί να αναρωτηθούµε ποια να ’ναι άραγε η ιστορία των γυναικών αυτών που µας διαφεύγει, τότε να σώσουν την Ηώ καταφθάνουν οι λιµνοθάλασσες των χρωµάτων της και τα λιβάδια των περίτεχνων πινελιών της, και ξεχύνονται αχόρταγα στον καµβά να πανηγυρίσουν τη χαρά τής ζωγραφικής. Στρόβιλοι πράσινης µπογιάς εισβάλλουν στα έπιπλα των κλειστοφοβικών δωµατίων και τα µεταµορφώνουν σε ανοιξιάτικες γραµµές-χωράφια, καταλύοντας την έννοια του µέσα και του έξω. Ελάχιστες καταχνιές µε πυρακτωµένα κίτρινα και κόκκινα γίνονται λαµπερά φώτα της ανάµνησης µιας νυχτερινής πόλης. Πυραµίδες-παλέτες υποδύονται τις σκηνές ενός καταυλισµού και µεταϊµπρεσιονιστικές µνήµες διώχνουν το µαύρο από τις σκιές των φυλλωµάτων και τα καλοσχεδιασµένα γυναικεία κορµιά. Στριφογυριστά σχέδια και σύννεφα χρώµατος λουλουδιάζουν τα κεφάλια των γυναικών και τα καθίσµατά τους, και ατόφιες χρωµατικές ζώνες σηµατοδοτούν την απόσταση σε περιοχές όπου ακόµα και οι δυνατές διαγώνιοι δεν δηλώνουν το βάθος αλλά επιβεβαιώνουν τη δύναµη µιας πολύβουης ζωγραφικής εικόνας που παρ’ όλα αυτά επιθυµεί να ιδωθεί µε τον τρόπο των παιδιών – από πάνω προς τα κάτω, όχι µε το µυαλό αλλά µε τα µάτια.

Η Ηώ Αγγελή είναι περήφανη για τις γιρλάντες των ασύµµετρων κτιρίων της που λαµπυρίζουν στις πάνω άκρες των έργων αυτών, αλλά η ονειρική χλωρίδα, κάτω χαµηλά, είναι ο τόπος όπου οι γυναίκες της θα ζήσουν πλέον. Χωρίς την αναµέτρηση µε τις µακρινές πολυκατοικίες, η θέα των λουλουδιών θα ήταν µόνο η υπέροχη επιφάνεια ενός παλιού τοίχου. Και χωρίς την ολάνθιστη γη, τα εργοστάσια δεν θα παρέµεναν αθώα. Η πόλη και η φύση µάλλον δεν θα συναντηθούν ξανά πια. Όμως οι θηλυκές φιγούρες που βρέθηκαν ανάµεσά τους συµφιλίωσαν τα όρια και έφεραν µια σιωπηλή αλλά βέβαιη οµορφιά.

 

Ελισάβετ Πλέσσα
* Από τον κατάλογο της έκθεσης της Ηώς Αγγελή «Τετελεσμένος μέλλων», Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, Αθήνα, 2009.