Εμμανουήλ Μπιτσάκης

Μπιτσάκης Εμμανουήλ
© Studio Panoulis

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1996-2001). Το 2001, με υποτροφία του Ινστιτούτου της Δανίας στην Αθήνα, έμεινε δύο μήνες στην Κοπεγχάγη για ελεύθερη καλλιτεχνική εργασία. Έργα του ανήκουν σε ιδιωτικές συλλογές εντός και εκτός Ελλάδος. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

'Εργα

Για την τέχνη και για την τέχνη του: Εμμανουήλ Μπιτσάκης

Ο ζωγράφος Εμμανουήλ Μπιτσάκης αναζητεί στην τέχνη τις συγγένειες με τη δική του θέση απέναντι στη ζωγραφική. Εξηγεί ότι το βασικό αντικείμενο των έργων του είναι η ζωγραφική διατύπωση της ματαίωσης της λογικής από την πραγματικότητα και η νεύρωση που προκύπτει, η οποία αιτιολογεί τη συσσώρευση ετερόκλητων αντικειμένων στις εικόνες του. Χαρακτηρίζει τον ρόλο του χιούμορ στη δουλειά του σαν ελπιδοφόρο τρόπο αντιμετώπισης αυτής της ακύρωσης και υπογραμμίζει ότι η λεπτομέρεια στις συνθέσεις του αποτελεί την επιδίωξή του να περάσει στον θεατή το μήνυμά του με τον πιο άμεσο τρόπο. Αποκαλύπτει τις αιτίες για το μικρό μέγεθος των έργων του, εντοπίζοντας μια αμφίδρομη σχέση αναγκαιότητας και σκοπού. Υπογραμμίζοντας τις κοινές προτιμήσεις του με τον Σωτήρη Φέλιο στις επιλογές των έργων του για τη συλλογή, επισημαίνει το παράδοξο της «τέλειας» εικόνας των έργων του και της ζωγραφικότητας που κυριαρχεί στη συλλογή. Τέλος, μιλά για το έργο του Ηγεμόνας, που φέρει και αυτό την αντιπαράθεση αταίριαστων στοιχείων και το σχόλιο της ειρωνείας.

Ατομικές εκθέσεις

2018

Συλλογή Σωτήρη Φέλιου. Εμμανουήλ Μπιτσάκης: Επίμονο Ελάχιστο 16 Φωκίωνος Νέγρη Αθήνα

2013

Elizabethan Collar Kalfayan Galleries Αθήνα

2011

Ζωγραφική Γκαλερί K-art Αθήνα

2009

Faces of the Uigur Through Song and Dance National Portrait Gallery (Μέρος του BP Portrait Award 2009 ως νικητής του BP Travel Award 2008) Λονδίνο

2009

Ζωγραφική Γκαλερί Νέες Μορφές Αθήνα

2004

Ζωγραφική Γκαλερί Νέες Μορφές Αθήνα

Κείμενο

Σχέδια σε σημειωματάρια ή οι γραμμές του εαυτού

Ο Μανώλης Μπιτσάκης σχεδιάζει όπως αναπνέει, σχεδόν όπως σκέφτεται. Αδιάκοπα, παντού, με τρόπο φυσικό, αθόρυβα κι απαρατήρητα έχει πάντα μαζί του ένα μικρό σημειωματάριο στο οποίο την ώρα που οι άλλοι μιλούν σε μια παρέα εκείνος καταγράφει τις εικόνες που τον εντυπωσιάζουν, ή, ακόμα καλύτερα, αποσπάσματα των εικόνων αυτών, σκέψεις του, φράσεις, τηλέφωνα, ονόματα, πρόσωπα. Το στιλό και το μπλοκάκι αποτελούν προεκτάσεις του χεριού αλλά και του μυαλού του. Όμως όχι μόνο στις βόλτες του ή στα ταξίδια του, αλλά και στον κλειστό χώρο του σπιτιού του, στις περιηγήσεις στον δικό του κόσμο. Ποτέ δεν κάνει τα σχέδιά του σε σκόρπια φύλλα χαρτιού αλλά πάντα σε δεμένα μικρά βιβλιαράκια τα οποία, επιπλέον, δεν δέχεται για κανέναν λόγο να διαλύσει.

Στα σημειωματάριά του γεννιούνται πρώτα τα ζωγραφικά του έργα ως ακριβή προσχέδια, συχνά πλήρως ζωγραφισμένα σε μικρογραφία, και ολόκληρα τμήματα και μορφές μεταφέρονται αυτούσια στην τελική ζωγραφική σύνθεση. Το χρώμα –αποκλειστικά κόκκινο σε αυτή την περίπτωση– ούτως ή άλλως διανθίζει σαν μικρή και πολύτιμη έκπληξη σε ελάχιστες περιοχές τη μονοχρωμία του μπλε ή του μαύρου μελανιού στις σελίδες των μπλοκ του.

Η γραμμή εξάλλου είναι η βάση της ζωγραφικής του δουλειάς. Σαφή και λεπτεπίλεπτα περιγράμματα, απίθανες λεπτομέρειες στα κτίρια και στη βλάστηση υπογραμμίζουν την αγάπη του για τη σχεδιαστική διαδικασία όσο λαμπερά και εντυπωσιακά κι αν είναι τα πλακάτα χρώματα που συχνά χρησιμοποιεί. Ο Μπιτσάκης, κυρίως στα σχέδιά του, αφήνεται να σαγηνευτεί από την ίδια του την ικανότητα να δημιουργεί συνθέσεις-μικρόκοσμους, γιατί η φύση του μέσου αυτού τού δίνει τη δυνατότητα να χειριστεί ταυτόχρονα την ακρίβεια της γραμμής και τις οργιώδεις αλλά εντούτοις εσωστρεφείς καταγραφές της φαντασίας του.

Όμως πάνω απ’ όλα αναδύονται εδώ τα ερωτήματα: Γιατί σημειωματάρια; Γιατί ο ελάχιστος χώρος των μικρών σελίδων τους και, αντίστοιχα, των μικρών ζωγραφικών επιφανειών; Γιατί η εμμονή στη μινιατουρίστικη γραφή; Γιατί σήμερα;

Ο Μπιτσάκης περιορίζει τον χώρο στον οποίο θα σχεδιάσει ή θα ζωγραφίσει γιατί μοιάζει να θέλει να τεθεί σε έναν αυτοπεριορισμό. Αυτό αναπόφευκτα τον οδηγεί σε ένα κλειστό σχήμα: στη δική του περίπτωση –της έμφυτης εξαιρετικής σχεδιαστικής δεινότητας– τον οδηγεί στη μινιατούρα. Όχι όμως για να επιδείξει τη σχεδιαστική δεξιοτεχνία του, την οποία αναμφίβολα διαθέτει άφθονη. Κάτι τέτοιο θα ήταν σχετικά απλό για εκείνον και οπωσδήποτε στείρο και ανούσιο στην αναζήτηση ενός αληθινά ζωγραφικού δρόμου.

Αυτό που μοιάζει να επιθυμεί ο Μπιτσάκης είναι να δημιουργήσει έργα απατηλά συμβατικά, στα οποία όμως κρύβονται σαν μαγικές εικόνες συνθέσεις μεγάλης τόλμης, προσωπικών φαντασιώσεων, ανατρεπτικού σαρκασμού και συχνά απρόσμενα καυστικού χιούμορ. Σχεδόν σαν να δημιουργεί μικρά ιστορημένα χειρόγραφα, σαν Βιβλία των Ωρών, γεμίζει τις σελίδες των σημειωματαρίων του με εκατοντάδες μικροσκοπικά ζώα, πουλιά, αντικείμενα και σύμβολα που το καθένα έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης και έχει αποδοθεί με την παραμικρή λεπτομέρεια. Δανείζεται έτσι μια απόλυτα ρεαλιστική φόρμα απεικόνισης του εξωτερικού κόσμου –φόρμα την οποία σαφέστατα λατρεύει– για να παίξει ένα, φαινομενικά καθησυχαστικό, παιχνίδι με τον βιαστικό θεατή. Εξαπατώντας τον να πιστέψει πως έχει μπροστά του μια ακαδημαϊκή ζωγραφική, στην ουσία τού προσφέρει έργα τόσο ανησυχητικά και αλλόκοσμα ακριβώς γιατί τα τοποθετεί στο μεταίχμιο του αντικειμενικού και του ονειρικού, ακόμα και τού εφιαλτικού, με τον τρόπο σχεδόν του De Chirico και του Hierοnymus Bosch. Τα έργα του απαιτούν εντατική προσήλωση για να μπορέσει κανείς να δει και να κατανοήσει αυτό που προτείνουν. Γιατί ερωτοτροπούν ταυτόχρονα με τους Δασκάλους της μεγαλειώδους ζωγραφικής του παρελθόντος και με τη σχεδόν φωτογραφική απόδοση μιας σύγχρονης θεώρησης της σημερινής πεζής καθημερινότητας κατορθώνοντας έτσι να υπερβούν τον ρεαλισμό προς έναν προσωπικό σουρεαλισμό.

Ο Πειραιάς και η Αθήνα του Μπιτσάκη είναι οι πόλεις που ξέρουμε, αλλά όταν ιδιότυποι αρχαίοι θεοί, υπέροχα σχεδιασμένοι, ίπτανται πάνω από εξίσου υπέροχα σχεδιασμένες κεραίες πολυκατοικιών, τότε παρελθόν και παρόν ενώνονται εδώ μαγικά. Όταν γυναίκες με ταγιέρ και καλσόν ξαπλώνουν σαν αγάλματα δίπλα σε αρχαία αγάλματα εξίσου ζωντανά, τότε ένα ζωγραφικό μυστήριο έχει γεννηθεί. Όταν το μπούστο μιας ηλικιωμένης νοικοκυράς παρατίθεται τεράστιο μπροστά στο φόντο της πόλης όπου ζει, οι λεπτομέρειες της οποίας περιφρονούν τους νόμους της ατμοσφαιρικής προοπτικής, τότε τα αναγεννησιακά πορτρέτα των μεγάλων ευγενών γαιοκτημόνων δεν είναι πολύ μακριά. Όταν τα πουλιά και οι αγαπημένες του γάτες καταλαμβάνουν ίση ζωγραφική επιφάνεια με ένα ολόκληρο κτίριο οι ισορροπίες ανατρέπονται, και μαζί τους και οι συνεπακόλουθες ιεραρχίες. Και όταν ο θεός Ερμής έχει το κεφάλι του Μπιτσάκη τότε η τοποθέτηση του έργου του στο σήμερα οφείλεται στην ζωγραφική εμμονή του με την ίδια του τη μορφή.

Ο Μπιτσάκης μέσα από τα σχέδιά του υποδύεται ρόλους, μεταμφιέζεται, υιοθετεί περσόνες. Η απόλυτα αναγνωρίσιμη φιγούρα του γίνεται Πάπας Ιννοκέντιος, φτερωτή Νίκη στην πλώρη ενός πλοίου, Μέδουσα, Άγιος Αντώνιος, αετός στην πυρά, καθολικός ιερωμένος, ακόμα και σωσίας του εαυτού του… Μοιάζει η άγκυρά του στον κόσμο να είναι η μνημειοποίηση της μορφής του, συχνά μάλιστα με μεγαλομανείς τάσεις ενός ιδιαίτερα λεπτού χιούμορ που αγγίζει παράδοξα τη μελαγχολία.

Στα σημειωματάριά του, ο Μπιτσάκης μαθαίνει επίσης ξένες γλώσσες, καταρτίζει μακροσκελή γλωσσάρια και λήμματα, και εντέλει καθιστά κάθε νέα γλώσσα που κατακτά μία ακόμα περσόνα του, την οποία εμπλέκει φυσικά στο ζωγραφικό του σύμπαν.

Με εικόνες μέσα σε εικόνες και πορτρέτα μέσα σε πορτρέτα, με σώματα χωρίς δέρμα, διάφανα συνονθυλεύματα από όργανα, εντόσθια και τένοντες, με παράξενα ερπετά και έντομα, δράκους και φτερωτά όντα, ο Μπιτσάκης εξετάζει και ταυτίζει τα στοιχεία του κόσμου γύρω του και μέσα του με τρόπο σχεδόν αναγεννησιακό. Σχεδιάζοντας προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του.

 

Ελισάβετ Πλέσσα
* Εισαγωγικό σημείωμα στην έκδοση «Εμμανουήλ Μπιτσάκης: Σημειωματάριο», Ορφέας, Αθήνα, 2008.