Γιώργος Ρόρρης

Ρόρρης Γιώργος
© Ανδρέας Σχοινάς

Γεννήθηκε στον Κοσμά Κυνουρίας το 1963. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητές τον Παναγιώτη Τέτση και τον Γιάννη Βαλαβανίδη (1982-1987). Συνέχισε τις σπουδές του στην École nationale supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι με καθηγητή τον Leonardo Cremonini (1988-1991) με υποτροφίες του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αδελφών Π. Μπάκαλα. Συνεργάστηκε με το Κέντρο Γραμμάτων και Τεχνών «Άποψη» (1996-2002) και από το 2002 συνεργάζεται με την Ομάδα Τέχνης «Σημείο», διδάσκοντας ζωγραφική. Το 2001 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο για νέο ζωγράφο κάτω των 40 ετών. Το 2006 το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης του απένειμε τιμητική διάκριση για το έργο του. Από την πρώτη του ατομική έκθεση, το 1988 έως σήμερα διατήρησε μόνιμη συνεργασία με τη Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

'Εργα

Για την τέχνη και για την τέχνη του: Γιώργος Ρόρρης

Ο ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης μιλά για την ανάγκη του να διαισθανθεί πίσω από ένα έργο τέχνης την ψυχή του δημιουργού του, επισημαίνοντας την έντονα σωματική εμπειρία του θεατή μπροστά σε ένα σπουδαίο έργο. Εξομολογείται ότι μέσα από τη ζωγραφική του προσπαθεί να ξεπεράσει τις προσωπικές του αδυναμίες και να γνωρίσει τον βαθύτερο εαυτό του. Αναφερόμενος στην έκθεσή του στον χώρο της 16 Φωκίωνος Νέγρη το 2016, περιγράφει πώς ένας ζωγράφος, μέσα από μια αναδρομική παρουσίαση της δουλειάς του, βλέπει την ιστορία της σωματικής και ψυχικής του έκφρασης καταγεγραμμένη στα έργα του. Τονίζοντας την αγάπη του για τη Ζωγραφική και την ανάγκη του να γνωρίζει το έργο άλλων ζωγράφων που αποτελούν για εκείνον διαφορετικές ερμηνείες του κόσμου, υπογραμμίζει το βάρος του πολιτισμού που φέρουν οι Έλληνες καλλιτέχνες, σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες μεταγενέστερων πολιτισμών. Εκφράζει, επίσης, την πεποίθησή του ότι μια συλλογή φανερώνει τον συλλέκτη της και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει την εποχή του. Αναλύοντας, τέλος, το έργο του Μπλε Αλεξάνδρα, που βρίσκεται στη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, και τις επιρροές του κατά τη δημιουργία του από συγκεκριμένα έργα μεγάλων ζωγράφων του παρελθόντος, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους στη ζωγραφική του υπάρχουν αναφορές στην τέχνη άλλων αιώνων.

Ατομικές εκθέσεις

2016

Συλλογή Σωτήρη Φέλιου. Γιώργος Ρόρρης: Η κρυμμένη εικόνα 16 Φωκίωνος Νέγρη Αθήνα

2007

Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης Αθήνα

2004

Portraits and Nudes Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού Νέα Υόρκη

2000

Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης Αθήνα

1996

Galerie Flak Παρίσι

1993

Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης και Μέδουσα + 1 Αθήνα

1988

Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης Αθήνα

Κείμενο

Το όνειρο του ορατού

Γράφοντας για έναν ζωγράφο καλείσαι να μεταφέρεις στον αναγνώστη και θεατή της ζωγραφικής του, όσο πιο καίρια μπορείς, αυτά που είδες. Δεν αρκεί, δυστυχώς, να εντοπίσεις τις διαδρομές του πινέλου και ό,τι κρύβουν οι στρώσεις του λαδιού. Πρέπει να βρεις τις λέξεις που τους ταιριάζουν χωρίς να χάσεις τις δικές σου. Πρέπει το γραπτό σου να έχει συναίσθηση της γοητείας του αλλά όχι του εαυτού του. Να μην ξεχνάς ότι η ύπαρξή σου οφείλεται στη ζωγραφική για την οποία μιλάς. Πρέπει να πας όλο και πιο βαθιά, να ξέρεις και να ξεχάσεις, να φέρεις και να αποβάλεις. Αν είναι αυτά που θα γράψεις να έχουν μια κάποια αλήθεια μέσα τους. Ήδη πολλά. Η συνομιλία στο χαρτί δεν είναι με τον αναγνώστη, αλλά, κάθε φορά, με τον ζωγράφο.

Ένα κείμενο για τον Γιώργο Ρόρρη αποτελεί μια σύνθετη περίπτωση και μια μεγάλη ευθύνη. Πρώτα γιατί ένας όγκος σημαντικός έχει ήδη γραφτεί για τη μέχρι σήμερα πορεία της δουλειάς του. Κυρίως, όμως, γιατί ο αδιαμφισβήτητος θαυμασμός που περιβάλλει τη ζωγραφική του, χρόνια τώρα, έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη μυθολογία, που συχνά ζει ζωές παράλληλες, και την οποία οφείλει κανείς να αντιλαμβάνεται αλλά να την παραμερίζει αν θέλει να διαφύγει τον μεγάλο και τόσο θελκτικό κίνδυνο της θεωρίας – να μιλά γύρω από τα έργα και όχι για τα έργα.

Γράφοντας για τη ζωγραφική του Ρόρρη πρέπει κανείς να γνωρίζει τις παιδικές μνήμες του χωριού· τους ήχους, τις μυρωδιές και τα σκοτάδια που κουβαλά πάντα μέσα του· τη μεγάλη ζωγραφική του παρελθόντος που τον διαμόρφωσε και τον διαμορφώνει· την αύρα και το τελετουργικό του ατελιέ του· τη σύγχρονη τέχνη που εκείνος ξεχωρίζει· τη λογοτεχνία που τον απορροφά· το θέατρο που τον σαγηνεύει· τη μουσική που του παραστέκεται στη μάχη της ζωγραφικής· τα τελάρα που προστέθηκαν στο αρχικό τελάρο· την εμμονή του με τον κόσμο και με το σώμα της γυναίκας· τις υπέροχες μικρές ιστορίες πίσω από τα έργα· τη διδασκαλία· την αγάπη του για συγκεκριμένους ανθρώπους, για τους ανθρώπους, και για τη ζωή την ίδια.

Όμως η ζωγραφική είναι μια τέχνη που, ακόμα και στη μεγαλύτερη αφαίρεσή της, ή ίσως πολύ περισσότερο τότε, ζητάει πρώτα τα μάτια και μετά τη σκέψη. Οι εικόνες του Ρόρρη, ζωγραφισμένες εκ του φυσικού και ποτέ από μνήμης ή από φωτογραφίες, εμπιστεύονται εντέλει την αυτάρκη γνώση του βλέμματος, αφού από αυτό γεννήθηκαν και σ’ αυτό απευθύνονται για να συν-ταράξουν το σώμα εκείνου που έχει την τύχη να τα αντικρίσει για πρώτη φορά. Από την ένταση των αισθήσεων ίσως, κάποτε, φτάσουν στη συγκίνηση που φυλάνε εκείνα τα «πίσω δωμάτια του νου».

Το νήμα που συνδέει τα τριάντα τρία έργα που παρουσιάζονται εδώ αναπόφευκτα οδηγεί στη ματιά εκείνου που τα ξεχώρισε συναντώντας το βλέμμα του ζωγράφου από τα πρώτα ζωγραφικά του βήματα μέχρι σήμερα. Τα πρώιμα εσωτερικά του Ρόρρη με τις γυναικείες μορφές, τα αστικά και αγροτικά τοπία του, οι νεκρές φύσεις, τα ντυμένα ή γυμνά μοντέλα στο εσωτερικό του ατελιέ του, η διαρκής παρουσία της γυναίκας και του χώρου – υπάρχουν εδώ όλοι οι μικροί σταθμοί μιας πορείας που δηλώνει πανηγυρικά την πίστη στο ορατό και σε εκείνη τη ζωγραφικότητα που θα το αποδώσει στην επιφάνεια του καμβά ως «ένα κομμάτι ζωγραφικής παλλόμενης και ζωντανής».

Αν πορτρέτο είναι η πάλη με την απόδοση του ορατού ενάντια στη φθορά του χρόνου, τότε στο έργο του Ρόρρη όλα είναι πορτρέτο, μια και γι’ αυτόν ο ζωγράφος είναι «διερμηνέας του ορατού». Μοντέλα του δεν είναι μόνο οι ανθρώπινες μορφές που ποζάρουν στη σκηνή του εργαστηρίου του. Είναι, εξίσου, το τσίγκινο βαρέλι της πρώτης του έκθεσης, οι κεφαλές των σφαγίων και οι καρποί των νεκρών του φύσεων, οι πορτοκαλιές των τοπίων, η παλιά μοτοσικλέτα, που έχει όνομα όπως όλα τα γυναικεία μοντέλα του, το συνεργείο της γειτονιάς, τα έπιπλα του εργαστηρίου, το είδωλο στον καθρέφτη, τα ακουμπισμένα αντικείμενα στο τραπεζάκι, οι φθαρμένοι τοίχοι, ο γκρεμός της σκάλας, το χώμα της αλάνας στον Κοσμά και το ξύλινο πάτωμα της Τροφωνίου, οι λάμψεις και οι σκιές, το έξω και το μέσα ίδιο. Μοντέλο του Ρόρρη είναι ό,τι ακινητοποιεί η ματιά του και το φέρνει πρωταγωνιστή στο τελάρο του.

Στην αντιπαράθεσή του με την εικόνα του πραγματικού ο ρεαλισμός του Ρόρρη είναι πιστός αλλά όχι ανελέητος. Ασχολείται με την ύλη αλλά δεν δεσμεύεται από την ύλη. Το πλάγιο φως και η συνήθως μετριοπαθής ματιέρα στα έργα του αποδίδουν το θέμα τους χωρίς υπερβολές και με τη σύμπνοια της κυρίαρχης ζωγραφικότητας που πλάθει τις μορφές αποκλείοντας μια τραγική θέαση της πραγματικότητας. Μια αίσθηση εμπιστοσύνης διακρίνει εντέλει τον ρεαλισμό του Ρόρρη – μας μεταφέρει τον θαυμασμό του ζωγράφου για αυτό που βλέπει και ό,τι μαθαίνει από αυτό κάθε φορά, το έκθαμβο βλέμμα του. Ο ρεαλισμός του Ρόρρη είναι ψυχικός.

Τον ίδιο θαυμασμό υπηρετεί η δραματική προοπτική των έργων που απεικονίζουν τη συνομιλία της μορφής ή των μορφών με τον χώρο του ατελιέ εισάγοντας μια μοναδική ένταση στη σύνθεση και στην ατμόσφαιρα του πίνακα. Η ευρυγώνια οπτική στα εσωτερικά αυτά δεν είναι όμως αποτέλεσμα μιας αυθαίρετης βούλησης του Ρόρρη να δημιουργήσει μια ανησυχαστική όψη του πραγματικού μέσω ενός τεχνάσματος εξωτερικού, δεν είναι παραμόρφωση για χάρη της παραμόρφωσης. Στα δωμάτια του εργαστηρίου που μοιάζει να εισβάλλουν στην πραγματικότητά μας, η διεύρυνση της οπτικής γωνίας, η οποία τα ορίζει και τα χαρακτηρίζει, προκύπτει σαν οργανική συνέπεια του διαρκούς πόθου του να χωρέσει στην επιφάνεια του έργου του όσο πιο πολλά από εκείνα που αντικρίζει η ματιά του, τον κόσμο όλο αν γινόταν: «Αν μπορούσα, θα επέκτεινα το τελάρο μου στο άπειρο».

Για τον ίδιο λόγο, ο Ρόρρης προσθέτει σχεδόν πάντα μικρά τελάρα στο πρώτο τελάρο από όπου ξεκίνησε το έργο και το οποίο περιέχει πάντα την ανθρώπινη μορφή: γιατί θέλει να ανακαλύψει τις άγνωστες άκρες μιας κρυμμένης εικόνας του ορατού και να την αποκαλύψει ζωγραφίζοντάς την, προσφέροντάς την εκ νέου στα μάτια του και στα μάτια μας. Αντίστροφα, τα μικρά έργα του σε παραλληλόγραμμο μουσαμά και, ακόμα περισσότερο, αυτά που είναι ζωγραφισμένα σε παράγω να υπολείμματα πανιών από μεγάλους πίνακές του, λειτουργούν ως αντανακλάσεις σε πολύτιμα θραύσματα ενός ζωγραφικού καθρέφτη.

Ο Ρόρρης εντέλει επιλέγει και συναρμολογεί στα τελάρα του κομμάτια εικόνων του πραγματικού, φανερώνοντας την ειλικρινή επίγνωση πως τα έργα του είναι υπαινικτικά σπαράγματα μιας πραγματικότητας που δεν θα κατακτηθεί γιατί δεν θα απεικονιστεί ποτέ στην ολότητά της. Γι’ αυτό η ζωγραφική θα τον εξουσιάζει πάντα, με μια επιθυμία ερωτική, μέχρι το επόμενο έργο, το επόμενο έργο, το επόμενο έργο.

Από τη μέχρι σήμερα πορεία του Γιώργου Ρόρρη, ίσως η «Μπλε Αλεξάνδρα» να συγκεντρώνει πάνω της όλα μαζί τα σημάδια της πορείας του, την ίδια στιγμή που αποτελεί μια περίπτωση μοναδική στη διαδρομή του.

Στη ζωγραφική συνθήκη του εργαστηρίου της οδού Τροφωνίου, μια μεγάλη διαγώνιος χωρίζει το έργο στα δύο: σκοτάδι και φως, πάτωμα και τοίχος, καφέ και μπλε, γη και ουρανός αναπόφευκτα. Ανάμεσα η Αλεξάνδρα, «ενδεδυμένη τη γυμνότητά της», κάθεται στην άκρη μιας πολυθρόνας.

Ο Ρόρρης ζωγραφίζει σήμερα με τη συναίσθηση του παρελθόντος της ζωγραφικής, που κάποτε συναντήθηκε με το δικό του παρελθόν. Από εκείνα τα πρώτα κεκλιμένα σανίδια της «Παιδικής συναυλίας» του Ιακωβίδη που «αποτυπώθηκε εντός» του, οι χείμαρροι των πινελιών του ακόμα σαρώνουν τα σανίδια όπου ίσα ακουμπά με το πόδι της η Αλεξάνδρα, εκβάλλοντας ορμητικά στη δική μας πραγματικότητα. Η εικόνα της Αλεξάνδρας μεταμορφώνεται τότε σε ζωντανή παρουσία που αιωρείται ανάμεσα στον ζωγραφικό και τον πραγματικό χώρο. Η υπέροχη σάρκα της αποτελεί το μεταίχμιο ανάμεσα στον κενό χώρο του πατώματος και των τοίχων, προνομιακά πεδία της ίδιας αφαίρεσης που διεκδικεί ήδη από τα πρώτα τελάρα του Ρόρρη το θέμα των έργων του ενώ αναδεικνύει τον ρεαλισμό τους.

Για έναν ζωγράφο οπαδό του βλέμματος και δεξιοτέχνη του τελάρου ίσως αυτό να μοιάζει παράδοξο. Όμως στις «αμφίβολες» περιοχές, στις ιδιοτροπίες του τοίχου που δεν περιγράφουν τίποτα, κρύβεται η μύχια υπόσταση της ζωγραφικής, ένας απροκάλυπτος ύμνος στην ίδια τη ζωγραφικότητα. Οι ουλές του μπλε σοβά είναι ίχνη του ορατού, απομεινάρια της φθοράς ως διάρκειας και αντίστασης στον χρόνο, που τείνουν προς μια ανεικονική πνευματικότητα η οποία αναδύεται από τις ρωγμές της ύλης, απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις του νοήματος.

Δεν έχει σημασία αν το εξαίσιο μπλε του τοίχου είναι το Παρεκκλήσιο των Σκροβένι ή το ρολό χαρτί που κρεμάστηκε για φόντο. Η συγκίνηση δεν είναι η γνώση ούτε η ομοίωση, αλλά το όνειρο του ορατού που θα αναγνωρίσουμε στην κρυμμένη εικόνα.

Μέσα από το ημίφως της θνητότητας του μπλε τοίχου και του χθόνιου πατώματος η Αλεξάνδρα προβάλλει θεϊκή κι ανθρώπινη, αλλοτινή και τωρινή – ανάμεσα στη μπλε μελαγχολία της, στα σκορπισμένα πέδιλά της και στις ραφές των τελάρων που φανερώνουν τα σπλάχνα ενός έργου σημερινού. Το σώμα της, ακόμα άφθαρτο, ρίχνει πίσω του τη σκιά του Εαυτού. Όμως από το πλάγιασμα του κεφαλιού της ίσως ένα σιγομουρμούρισμα αντιστέκεται στη σιωπή, γιατί η Αλεξάνδρα δεν γνωρίζει ότι είναι ο ρυθμιστής του χώρου και του φωτός.

Η Αλεξάνδρα τη ζωγραφική ονειρεύεται στη συστροφή του κορμιού της, η ίδια ήδη μνήμη της εφήμερης, δικής της, ομορφιάς. Η Αλεξάνδρα είναι η Ζωγραφική.

 

Ελισάβετ Πλέσσα
* Από τον κατάλογο της έκθεσης «Συλλογή Σωτήρη Φέλιου. Γιώργος Ρόρρης: Η κρυμμένη εικόνα», 16 Φωκίωνος Νέγρη, Αθήνα, 2016.