Βάλλυ Νομίδου

Νομίδου Βάλλυ

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1959. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητή τον Δημοσθένη Κοκκινίδη (1978-1983). Συνέχισε τις σπουδές της στο Central Saint Martins College of Art and Design του Λονδίνου με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. (1983-1984). Διδάσκει ως επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ομάδας INDOORS (2007) μαζί με την Κάσση, την Πολίτη και τη Χρηστέα και στη συνέχεια από το 2010 μέλος της ομάδας INDOORS+ (ανάμιξη της παλαιάς ομάδας με την Καββαθά, τη Σταματίου, την Αργύρη). Έργα της βρίσκονται σε σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

'Εργα

Για την τέχνη και για την τέχνη της: Βάλλυ Νομίδου

Η γλύπτρια και ζωγράφος Βάλλυ Νομίδου μιλά για την τέχνη σαν ένα μέσο εξερεύνησης και διεύρυνσης του κόσμου και εξομολογείται την αγάπη της ως θεατής για πολλές μορφές τέχνης. Εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η βασική αναζήτηση της δουλειάς της είναι η απορία της για τη σημασία όσων την περιβάλλουν πέρα από το αναγκαίο. Επισημαίνει ότι την απασχολούν έντονα οι διαφορετικές εκδοχές τρόπου ύπαρξης και η αντιπαράθεση μεγαλειώδους και φθαρτού μέσα στο ίδιο έργο, καθώς και η σχέση χειροτεχνίας και γλυπτικής. Ορίζει τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου ως ανθρωποκεντρική και σχολιάζει το γλυπτό της Ο άγγελος που πέφτει επισημαίνοντας τη σύμπτωση κατασκευαστικών δυσκολιών, φόρμας και περιεχομένου στην απόδοση της φθοράς και της πτώσης.

Ατομικές εκθέσεις

2014

Cartasia Μπιενάλε της Lucca Lucca

2010

Let It Bleed Γκαλερί Fizz Αθήνα

2003

Πρόσωπο με πρόσωπο Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης Αθήνα

2001

Ανθρώπινες παρουσίες – απουσίες Χώρος Τέχνης «24» Αθήνα

1996

Σιωπηλά παιχνίδια – Ζητούνται παίχτες επειγόντως Μέδουσα + 1 Αθήνα

1992

Σχέδια – Γλυπτά κουτιά Χώρος Τέχνης «24» Αθήνα

1992

Σχέδια – Γλυπτά κουτιά Γκαλερί Ζήτα-Μι Θεσσαλονίκη

1988

Κατασκευές Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης Αθήνα

Κείμενο

Μία σιωπηλή, ενδοσκοπική τεχνική αυτοΐασης

Οι ευάλωτες-δυνατές φιγούρες της Βάλλυς Νομίδου

Οι καινούργιες φιγούρες της Βάλλυς Νομίδου, στην ίδια εξελικτική πορεία της τελευταίας δεκαετίας, συγκλονίζουν γιατί προδίδουν τον έντονο τρόπο της δημιουργίας τους. Οι μορφές αναβλύζουν την αβάσταχτη διαδικασία αυτογνωσίας, μιας υπαρξιακής συνθήκης μέσα από την σύγκλιση τέχνης και ζωής.

Η έκθεση έχει τίτλο «Let It Bleed». Η καλλιτέχνης αφήνει τα έργα της να «ματώσουν». Πρόκειται για μια σειρά γλυπτών σε φυσικό μέγεθος και μια σειρά αποσπασματικών τμημάτων, όπως κεφάλια ή χέρια, όλα κατασκευασμένα από χαρτί. Τα έργα απεικονίζουν νεαρές γυναίκες και μικρά κορίτσια. Οι γυναικείες μορφές εντυπωσιάζουν με τη φυσικότητα των χαρακτηριστικών και των στάσεων, την τελειότητα του πλασίματος και την ομορφιά της ογκυρότητάς τους.

Το κυρίαρχο υλικό της Νομίδου, το χαρτί, ανάγεται σε καθοριστικό πια συστατικό της δημιουργίας της, αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την επίπονη όσο και συστηματική έρευνα σε επίπεδο τεχνικής, αλλά και αισθητικής ολοκλήρωσης. Η καλλιτέχνης σέβεται το υλικό της και αν και ευτελές και ευάλωτο δεν το «λερώνει» με άλλα υλικά. Επίσης δεν το χρησιμοποιεί, ως κέλυφος, ως περίβλημα, για να καλύψει μια αναγκαία, εσωτερική δομή, προσδίδοντας ψεύτικη, ωραιοποιημένη επιδερμίδα. Η Νομίδου χτίζει, πλάθει τα έργα της από μέσα προς τα έξω αποκλειστικά με χαρτόνια και χαρτιά. Ο εσωτερικός χαρτονένιος σκελετός χτίζεται με κάναβο από κάθετες και οριζόντιες, έτσι ώστε να είναι ικανός να στηρίξει και να αποδώσει την στατικότητα στα γλυπτά της, διασφαλίζοντας ακόμη και την εξισορρόπηση των συστολών και διαστολών. Η ομοιογένεια του υλικού επιτρέπει την ισορροπία συμπεριφοράς του εσωτερικού και του εξωτερικού, άρα διασφαλίζει και τη διάρκειά του.

Στην τεχνική της, η τέλεια απόδοση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, της έκφρασης, της φυσικότητας της στάσης, των αναλογιών του σώματος στηρίζεται σε μια διαδικασία συνδυασμού τμηματικών εκμαγείων σε γύψο, σχολαστικής παρατήρησης άπειρων φωτογραφικών ντοκουμέντων του μοντέλου της και επίπονου πλασίματος της εξωτερικής επιδερμίδας. Τα τέλεια αποτυπώματα, συντίθενται, κόβονται, ράβονται, κολλιούνται, τρίβονται και με τη μαεστρία του αγγίγματός της αποκτούν την απόλυτα ρεαλιστική απόδοση των μοντέλων της.

Η διαδικασία δημιουργίας της έχει έντονο το στοιχείο της αφαίρεσης, με ηλεκτρικά τριβεία, αλλά και της πρόσθεσης χαρτιού, από το στοκ της «κουζίνας» της, ανάλογα με τις ανατομικές ανάγκες των διαφόρων περιοχών. Τα υλικά της είναι απλά και ταπεινά, όπως χαρτόνια, χαρτιά, σύρματα, χαρτοπετσέτες, εφημερίδες, χειροποίητα χαρτιά, κόλλα πλαστικοποίησης χαρτιού και ασπρόκολλα ξύλου. Με τα χέρια της καθοδηγεί την δημιουργία των όγκων της μέσα κι έξω, ενώ με την κόλλα ενώνει τα διάφορα στρώματα χαρτιού. Ενδιαφέρον στοιχείο επίσης είναι ότι το χρώμα δεν προστίθεται, αλλά αποκτάται μέσα από την ιδιαίτερη χρήση του χαρτιού, με τα χρώματα, τις διάφορες αποχρώσεις και τις ποιότητές του.

Σε επίπεδο τεχνικής η Νομίδου μοιάζει να υπονομεύει την τελειότητα της ανατομίας και του ρεαλισμού, με κοψίματα, σκισίματα, ανοίγματα, που αποκαλύπτουν την εσωτερική δομή της κατασκευής, η οποία ενίοτε αναπτύσσεται και προς τα έξω. Η επιδερμίδα των μορφών αποκτάται από την συσσώρευση μιας καθοδηγούμενης διαστρωμάτωσης. Η στρωματογραφία αυτή γίνεται αντιληπτή, αναδεικνύοντας τις ιδιότητες των χαρτιών, τις διαφάνειες, τα χρώματα, καθώς επιβάλλεται μια συχνή διακοπή της λείας επιφάνειας από ανοίγματα, πληγές, αποστήματα, γδαρσίματα ή σύρματα που ξεφεύγουν από το εσωτερικό. Τα παλίμψηστα αυτά, από τη μία συνεισφέρουν στην αλήθεια των μορφών κι από την άλλη αποκαλύπτουν την έντονη αίσθηση του πόνου και της υπομονετικής, καρτερικής αποδοχής του.

Ακόμη η καλλιτέχνης ενώνει τις πλαστικές αξίες των μορφών της με μια επιβεβλημένη έννοια του non finito, του ηθελημένα ατελούς, του ημιτελούς, προς επίρρωση του συνόλου, όπου η μορφή άλλοτε αγγίζει τα όρια του πραγματικού κι άλλοτε αποκαλύπτει την φθαρτότητα της ύπαρξής της. Το στοιχείο αυτό και πάλι δεν οφείλεται σε κάποια διάθεση εντυπωσιασμού ή σε κάποια αυθαίρετη εξπρεσιονιστική διατύπωση. Υπαγορεύεται από την αυθεντικότητα της τέχνης της, όπου το μέσα αποτελεί μέρος του έξω, προτρέποντας τον θεατή να κοιτάξει στο εσωτερικό. Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να παρατηρήσουμε την ειλικρίνεια και το σεβασμό της, την προσήλωσή της στην απόδοση, μέσα από το υλικό και την τεχνική της, μιας συγκεκριμένης αισθητικής και μιας έννοιας.

Έτσι, οι φιγούρες της Νομίδου συνυπάρχουν στον χώρο, με τις ομοιότητες και τα κοινά χαρακτηριστικά που τις καθορίζουν σε επίπεδο τεχνικής, αισθητικής και εννοιολογικής ανάπτυξης. Οι μορφές, ήρεμες, σιωπηλές, με κλειστά μάτια στέκουν αποστασιοποιημένες, προτάσσοντας την έκδηλη ενδοσκόπησή τους. Μοναχικές υπάρξεις με κλίση στο εσωτερικό, το ενδόμυχο και το ερμητικό, όπου ο πόνος αν και έντονος παραμένει βουβός και εσωτερικός.

Τα έργα υφίστανται μέσα από τις αντιθέσεις της ίδιας της δημιουργίας τους. Αντιθετικό στοιχείο αναδεικνύεται η ομορφιά και το αποκρουστικό. Η θλίψη και ο πόνος σαν να γλυκαίνουν με πρόσθετα υλικά, όπως διάφανα υφάσματα, πολύτιμες πέτρες, χάρτινες δαντέλες και κορδέλες. Ακόμη, το ευτελές συνυπάρχει με το πολύτιμο, το ευάλωτο με τη στιβαρότητα, το αυθεντικό με το εκκεντρικό, ο ρεαλισμός με προεκτάσεις στη φαντασία και στις ψυχολογικές διαστάσεις. Ταυτόχρονα ο ακραίος ρεαλισμός σε συνδυασμό με νύξεις του παραλόγου ανοίγει την αισθητική της έρευνα.

Κάθε φιγούρα έχει την ιδιαίτερη πολυεπίπεδη ανάπτυξή της. Η μεγάλη «κόκκινη» ή αλλιώς «μπαλωμένη-στολισμένη» στέκει όρθια αποσβολωμένη, ενώ στο αριστερό πόδι χαρτονένιες πληγές βγαίνουν στο χώρο. Η άλλη νεανική φιγούρα, με την κίνηση στα χέρια, αφήνει τα εσωτερικά σύρματα να αναπτύσσονται στο χώρο, με έμφαση στα πόδια, όπου δημιουργούνται σχηματισμοί, σαν εσωτερικές, βασανιστικές, περικοκλάδες που κατακλύζουν το πάτωμα. Ενίοτε, οι φιγούρες δεν στηρίζονται στα πόδια τους, αλλά ακολουθούν την «τύχη» τους, τις προσωπικές «λύσεις στήριξης της υπόστασής» τους, όπως το μικρό, σκυφτό κοριτσάκι που ακουμπά στον τοίχο ή το  «αγγελάκι» που σαν να πετά και πέφτοντας, στροβιλίζεται και καρφώνει τα πόδια του σε σίδερα ή ακόμη το θλιβερό κοριτσάκι που στηρίζεται σε ξυλοπόδαρα.

Σε επίπεδο φιλοσοφικής τοποθέτησης η Βάλλυ Νομίδου μοιάζει να έχει ως υπόστρωμα μια περιήγηση σε πεδία του Υπαρξισμού, της Φαινομενολογίας και της φροϊδικής ψυχαναλυτικής θεώρησης περί ασυνειδήτου. Οι ρήσεις του Jean-Paul Sartre στο έργο «Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός», όπως «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» ή «πρέπει να ξεκινήσουμε από την υποκειμενικότητα» ή ακόμη και το «είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι» από τα «Τετράδια για μιαν ηθική», θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη θεωρητική εννοιολογική επιλογή της για την τέχνη της. Ακόμη η φαινομενολογική μέθοδος που εισάγεται από τον Γάλλο φιλόσοφο στο «Είναι και το Μηδέν» με τη σκέψη πως «το Είναι ενός υπάρχοντος είναι αυτό που φαίνεται» ή «Είναι αυτό του φαίνεσθαι» ταιριάζει με τη εικαστική της δημιουργία. Ταυτόχρονα, η όλη διαδικασία και το αποτέλεσμα αυτής της δημιουργίας μοιάζει να θέλει να συμφιλιώσει τις φιγούρες της με τις «ασύνειδες ενορμήσεις» τους, σύμφωνα με τη θεωρία του Freud.

Ο συγκερασμός και πάλι αντιθετικών φιλοσοφικών εννοιών την βοηθούν να κατασκευάσει μια προσωπική συνθήκη η οποία καθορίζει την πλαστική αναζήτηση μιας περιήγησης σε διαφορετικά πεδία, με κυρίαρχα, αυτό της διττής αναπαράστασης του έσω και του έξω, του ρεαλισμού με ανοίγματα στη φαντασία και της απεικόνισης του βουβού φυσικού και ψυχικού πόνου. Εργαλεία της, οι λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, το ήπιο και το κραυγαλέο, τον πόνο και την ηρεμία. Έτσι οι γυναικείες υπάρξεις της χαρακτηρίζονται από τον παραλογισμό και τη συμπτωματικότητα.

Η εισαγωγή σε χώρους της φαινομενολογίας, η διερεύνηση του τρόπου που η εξωτερική πραγματικότητα εμφανίζεται στον άνθρωπο, καθώς και η προσπάθεια διερεύνησης φαινομένων, ως συνειδητών βιωμάτων, πέρα από βεβαιότητες και προϊδεασμούς, σίγουρα την απασχολούν και εισβάλλουν στο έργο της. Ο φιλόσοφος Maurice Merleau-Ponty, το 1945, στο Παρίσι, στη μελέτη του σχετικά με τη «Φαινομενολογία της αντίληψης» αναφέρεται στην πραγματικότητα, η οποία διαφοροποιείται πολύ συγκεκριμένα ανάλογα με την κατάσταση. Στα γλυπτά της Βάλλυς, η αντίληψη αυτή εντοπίζεται τόσο στην ένταση της εκτέλεσης, όσο και στον ψυχισμό της παθητικής υποταγής των μορφών.

Η απλή διατύπωση της Kiki Smith (1954): «Το σώμα είναι ο κοινός παρονομαστής και το στάδιο για τις απολαύσεις και τις λύπες μας. Θέλω να εκφράσω διαμέσου του σώματος ποιοί είμαστε, πώς ζούμε και πεθαίνουμε» ταιριάζει στην τοποθέτηση της Ελληνίδας καλλιτέχνιδας, μιας και η ίδια, μέσα από τα γλυπτά της, επεξεργάζεται με πάθος διάφορες υπαρξιακές αγωνίες.

Αντικρίζοντας τα έργα της Νομίδου μου έρχονται στο μυαλό Βέλγοι καλλιτέχνες, όπως, ο –πολύπαθος, λογοκριθείς, κατά την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων στην έκθεση «Outlook»– καλλιτέχνης, Thierry de Cordier (1954), από την Οστάνδη και η Berlinde de Bruyckere (1964), από τη Γάνδη. Η σύγκριση δεν αφορά τόσο ομοιότητες στις αισθητικές τους προτάσεις, όσο την κάποιου είδους συγγένεια σχετικά με την ανάδειξη μιας κραυγαλέας υπαρξιακής συνθήκης, με συγκεκριμένο φιλοσοφικό πλαίσιο, καθώς και για το ότι με τα έργα τους η τέχνη και η ζωή συγκλίνουν.

Τα γλυπτά στην έκθεση λειτουργούν ως ένα ενιαίο περιβάλλον με περάσματα από έργο σε έργο, με ήρεμες περιοχές και  με κορυφώσεις. Μια συγκρατημένη θεατρικότητα, με παραμέτρους τον ιδιαίτερο φωτισμό και την οργάνωση του συνόλου, ενισχύουν την βούληση απόδοσης μιας ολικής βιωματικής κατάστασης. Τελικά αναδεικνύεται η διττή προσπάθεια της Βάλλυς Νομίδου να απεικάσει ταυτόχρονα στο χώρο την ρεαλιστική πραγματικότητα των μορφών της και την εσωτερική τους κατάσταση με αυτή τη διπλή πορεία από έξω προς τα μέσα, αλλά και κυρίως από το εσωτερικό προς την εξωτερική επιδερμίδα, εκθέτοντας τον ψυχισμό των μορφών, μέσα από την διερεύνηση μιας ακραίας υπαρξιακής συνθήκης. Η όλη διαδικασία μοιάζει με μια αμφίπλευρη σχέση «αυτοΐασης».

Οι ευάλωτες-μνημειακές γλυπτικές φιγούρες της Βάλλυς Νομίδου αποτελούν μια καθ’ όλα άρτια εικαστική πρόταση. Η επίπονη, ειλικρινής έρευνά της σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο παρουσιάζει μια αρμονική ταύτιση ιδέας, αισθητικής και τεχνικής. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι «πληγωμένες» αυτές υπάρξεις, οι σοκαριστικές και συνάμα ποιητικές αυτές μορφές, αποτελούν μια σημαντική, ολοκληρωμένη, πρωτότυπη πρόταση σύγχρονης ελληνικής νέο-παραστατικής γλυπτικής στις αρχές του 21ου αιώνα.

 

Δρ Λίνα Τσίκουτα–Δεϊμέζη
* Από τον κατάλογο της έκθεσης της Βάλλυς Νομίδου «Let it bleed», Γκαλερί Fizz, Αθήνα, 2010.